«Παίζω για την ψυχή μου, όχι για το χειροκρότημα»

14 Οκτώβριος 2012
 Οκτώβριος 14, 2012

ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΣ ΝΑΝΟΥ

«Αν έχεις ζήσει τον πόλεμο και έχεις επιζήσει, σίγουρα δεν θα καταλάβαινες τι χρειάζεται η δημόσια εικόνα», λέει η Ρόουζ, η ηρωίδα που υποδύεται η Ζωή Λάσκαρη στο ομότιτλο έργο του Μάρτιν Σέρμαν. Κι είναι αυτή η φράση μία από τις αγαπημένες της γνωστής πρωταγωνίστριας. Της αρέσει να την επαναλαμβάνει, σε σημείο που θα στοιχημάτιζες ότι αν δεν την είχε προλάβει ο Αμερικανός συγγραφέας, θα την είχε γράψει η ίδια.

«Είναι αγωνίστρια η Ρόουζ κι αυτό αγάπησα σ’ αυτήν. Είναι μία γυναίκα που πέρασε πολλά, επιβίωσε από τους ναζί κι όμως δεν έχει μίσος, δηλητήριο στην ψυχή της, τη διακρίνει βαθύτατη αγάπη για τον κόσμο. Νιώθω πολλά κοινά μαζί της. Κι εγώ έναν αγώνα επιβίωσης έδωσα όλη μου τη ζωή, υπήρξα αγωνίστρια από 14 χρόνων, πέρασα πολλά, έζησα θανάτους σ’ αυτήν την πόλη, αλλά δεν κρατάω πίκρα, καμιά κακία μέσα μου. Αν ξέρεις ότι το τέλος είναι δεδομένο, ότι κανείς δεν γλιτώνει, τότε προς τι όλα αυτά;», λέει στον «ΑτΚ» η Ζωή Λάσκαρη, που αυτές τις μέρες βρίσκεται στη γενέτειρα πόλη, παρουσιάζοντας τη «Ρόουζ» σε σκηνοθεσία Αντολφ Σαπίρο στη σκηνή του θεάτρου «Αριστοτέλειον».

Ο Σέρμαν έγραψε το έργο αφηγούμενος την ιστορία ζωής της εβραίας γιαγιάς του, που ξεκίνησε από την Ουκρανία, έζησε το Ολοκαύτωμα και κατέληξε στην Αμερική. Πρόκειται για έναν μονόλογο, τον οποίο η Ζωή Λάσκαρη αποδίδει με έντονη θεατρικότητα και σωματικό παίξιμο, κυριαρχώντας με τη χαρακτηριστική της ευκινησία στη σκηνή, εγχείρημα απαιτητικό προφανώς. «Κάθε ρόλος είναι δύσκολος, γιατί σε αναγκάζει να μπεις στα βαθιά. Και το “Μακρύ ταξίδι στη Νύχτα” και η “Βιρτζίνια Γουλφ” είχαν δυσκολίες. Με τη Ρόουζ νιώθω ότι κάθε βράδυ ζω μία διαφορετική παράσταση. Συχνά λέω μία φράση και νιώθω διαφορετικά. Είναι και ο λόγος του έργου που κρύβει πολλά. Είχα την ευτυχία να δουλέψω με τον Σαπίρο, που είναι πρώτα σπουδαίος δάσκαλος και μετά σκηνοθέτης. Ξέρετε, έχω ανάγκη να έχω δάσκαλο -όπως έλεγε ο Μινωτής, ο σκηνοθέτης δεν είναι τροχονόμος. Γκρίνιαζα στον Βουτσινά ότι νιώθω σαν άγραφο χαρτί και μου έλεγε “τι ωραία, ευκαιρία να γράψω πάνω του”. Να έχεις έναν ηθοποιό δεκτικό, που ρουφάει ό,τι του λες, είναι ευλογία για έναν σκηνοθέτη. Για μένα είναι δυσβάσταχτο, συχνά επώδυνο. Κάθε φορά νιώθω ότι θα αποτύχω όταν ξεκινάω, ανησυχώ ότι δεν ξέρω τίποτα, είναι σαν να μην έχω ξαναπαίξει στη ζωή μου. Ανεβαίνω στη σκηνή και μεταμορφώνομαι, είμαι σε ένα τρανς. Και την άλλη μέρα τα ξεχνάω όλα, ξεκινάω από την αρχή. Αυτά που λένε οι κριτικοί για την ερμηνεία μου δεν τα καταλαβαίνω. Μου λένε κάποιες φορές ότι ήμουν καλή και λέω θα μπορέσω να το ξανακάνω την επόμενη μέρα;».

Οι διακρίσεις δεν είναι κάτι που επιδίωξε η Ζωή Λάσκαρη στην καριέρα της. «Γι’ αυτό είμαι εξαφανισμένη από παντού. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η δουλειά μου, η οικογένεια κι οι φίλοι μου. Κι ό,τι κάνω στο θέατρο δεν το κάνω για το χειροκρότημα, αλλά για την ψυχή μου. Στο τέλος της παράστασης ευχαριστιέμαι να ακούω το χειροκρότημα, να ξέρω ότι έχει αρέσει στον κόσμο αυτό που είδε, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενό μου».

Η «Ρόουζ» ήρθε στη Θεσσαλονίκη ύστερα από μία πετυχημένη σεζόν στην Αθήνα. Θα ταξιδέψει στη συνέχεια στην Κομοτηνή και θα επιστρέψει στην Αθήνα για να παιχτεί ώς την άνοιξη. Και μετά; Η Ζωή Λάσκαρη σκέφτεται το «Βυσσινόκηπο», χωρίς, όπως λέει, να είναι τίποτα σίγουρο. «Να δούμε πώς θα είναι και ο τόπος, σε τι κατάσταση θα βρισκόμαστε. Είμαι αισιόδοξη, αλλά η αίσθησή μου είναι ότι θα έχουμε περιπέτειες. Κακομάθαμε ως λαός. Πού μας έβγαλε όλο αυτό το κυνήγι; Λεφτά, λεφτά, εξουσία και λεφτά. Το ζήσαμε αυτό και στο χώρο μας, οι ηθοποιοί. Εγώ προσωπικά όχι, γιατί συνειδητά δεν έκανα τηλεόραση, πέρα από ένα δύο πράγματα. Ομως από την τηλεόραση ήρθαν τα χρήματα, όχι από το θέατρο. Κι η κρίση έφερε σε δύσκολη θέση πολλούς ηθοποιούς, το ποσοστό της ανεργίας στην τηλεόραση είναι τεράστιο. Ακόμη δεν έχει περάσει η κρίση. Αν περάσει και την αντέξουμε, θα γίνουμε καλύτεροι, οι επόμενες γενιές θα είναι καλύτερες. Οπως όταν βγαίνεις από έναν πόλεμο».

«Το αίμα μου είναι εδώ»

Νιώθει χαρά, σχεδόν παιδική, η Ζωή Λάσκαρη που βρίσκεται ξανά στη Θεσσαλονίκη. «Είμαι ευτυχής. Ξυπνάω ακούγοντας κάθε πρωί από το παράθυρό μου ένα ακορντεόν και χαίρομαι. Το αίμα μου, η ψυχή μου είναι εδώ, οι φίλοι μου οι παιδικοί. Πρέπει να είστε ευτυχισμένοι που ζείτε στη Θεσσαλονίκη. Κάθε φορά που έρχομαι λέω “δόξα τω Θεώ” που περπατάω στην Τσιμισκή, βλέπω ανθρώπους γελαστούς, τη νεολαία λόγω του πανεπιστημίου, μαμάδες με καροτσάκια». Είναι εικόνες που δεν βλέπει στην Αθήνα; «Δεν κατοικείται η Αθήνα, αγάπη μου, είναι απάνθρωπη. Τη δεκαετία του ’60 ήταν καλή, πάει όμως αυτό, μας τέλειωσε».

Ενας από τους παλιούς της φίλους που είχε την ευκαιρία να συναντήσει στη Θεσσαλονίκη ήταν ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. «Είμαστε χρόνια φίλοι. Τον αγαπάω και νομίζω ότι με αγαπάει κι αυτός. Ηρθε να δει τη ”Ρόουζ” κι ενθουσιάστηκε, με συνάντησε στο καμαρίνι και τα είπαμε. Είναι καμάρι για την πόλη ο Χριστιανόπουλος».

Με σχεδόν κοριτσίστικη ντροπή, η Ζωή Λάσκαρη αποκαλύπτει ότι ετοιμάζει βιβλίο, ένα αυτοβιογραφικό της πορτρέτο, που δεν θα στέκεται τόσο στα γεγονότα της ζωής της, αλλά θα δίνει την οπτική της, τις σκέψεις της για θέματα όπως η ζωή, οι ανθρώπινες σχέσεις, η μοναξιά, ο θάνατος.

Κι όταν γυρίζει το βλέμμα στο παρελθόν; «Νιώθω να πέρασαν όλα σαν ένα “τσακ”. Ωρες ώρες πιστεύω ότι ώσπου να ανοίξεις και να κλείσεις μια φορά τα μάτια έχει περάσει ολόκληρη ζωή. Σαν τα τζιτζίκια, που ζουν μια μέρα και είναι γι’ αυτά μία αιωνιότητα. Κι οι άνθρωποι δεν είμαστε πολύ διαφορετικοί».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *